το εγω μου

Όταν του έκοβαν το χέρι,  έλεγε εγώ και το χέρι μου.

Όταν του έκοβαν το πόδι, έλεγε εγώ και το πόδι μου.

Όταν του έκοβαν το κεφάλι, τι έλεγε?

Εγώ και το κεφάλι μου ή εγώ και το σώμα μου?

Είναι ένας λαβύρινθος το εγώ

Με ποιο δικαίωμα το κεφάλι διεκδικεί το εγώ?

Ενώ υπάρχει το υπερεγώ, δεν υπάρχει το υπερεσύ

Δεν υπάρχει εγώ αν δεν υπάρχεις εσύ

Είπε ότι το εγώ, το εσύ και ο άλλος, είναι στην ουσία το ίδιο πράγμα, ιδωμένο από διαφορετικές γωνίες.

Είπε η γιαγιά μου μιλούσε με τα πάντα. Τη ζάχαρη, τον καφέ, το γάλα, και με το είδωλό της στο παράθυρο. Για εκείνη όλα ήταν άλλος

Είπε έβλεπε το είδωλό της στο τζάμι του παραθύρου και του μιλούσε. Του έλεγε: εγώ φοβάμαι? Εσύ φοβάσαι

Έλεγε συνέχεια ότι ήθελε να πάει στο χωριό της. «Θέλω να πάω στο χωριό μου», «Θέλω να πάω στο χωριό μου». Όταν την πήγαν στο χωριό της, ήθελε πάλι να πάει στο χωριό της. Για τη γιαγιά αυτή το χωριό ήταν ο παππούς. Το χωριό ήταν αλλού. Ο παππούς. Είπε το αλλού είναι ένα μέρος που πάνε όλοι αυτοί που έχω χάσει.

Ο άλλος εαυτός, ο άλλος εαυτός μου είναι πικρός, κακός, άγνωστος κι εχθρός μου

 

Βίοι Αγίων

θρυψάλων ζωή

Ανεμίζουν οι ματιές σου απ’ το χθες

μες στο μυαλό που άφησες κατώπι σου

Γυάλινη ένιωσα τη ψυχή μου σαν έσπαζε

κ θραύσματα ολόγυρα, τσούλισαν στις ράγες·

εκείνες που ξεκίνησαν καρβουνισμένες

προτού να πιάσουν την πορφυρή χροιά τους,

τέλειωσαν, σ’ ένα ψυχρό ορίζοντα, πόλεως ανήμερης.

Στιγμές χαρίσαμε όμορφες, στο θράσος μας

κ’ τα θρύψαλα τους μ’ ακολουθούν, μ’ αγγίζουν,

ματώνω, κι όμως, θα μένω στον ίσκιο σου .

ξάγρυπνες μνήμες σου

Αναμασώ τις νύχτες μου

σα νιώθω τα λημέρια μου να σβήνουν

σα βλέπω τις κούρμπες να γεμίζουν

Κι αληθινά νομίζω

πως έφυγαν οι σμαραγδένιες μέρες

εκείνου του Σεπτέμβρη, τ’ απατημένου

Σε δυό μονάχα σκαλοπάτια

εναποθέσαμε το ύστατό μας αίσθημα·

ένα δικό μου κ’ ένα για σένα

Στοιχειώνουνε τις σκέψεις μου

τα τελευταία τ’ ακούσματα, οι βίαιες σου εικόνες..