η σκαλα της αβυσσου

Κατέβηκα προσεχτικά τα λιωμένα απ’ τον καιρό πέτρινα σκαλοπάτια. Το μικρό μπρούτζινο φανάρι μου τρεμόπαιζε πάνω στους ωχρούς ογκόλιθους που με περικύκλωναν. Τρόμαξα με τη σκέψη πως άγριο, βαθύ σκοτάδι ακολουθεί τα βήματα μου. Ένα σφυριχτό ρεύμα αέρα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω. Έσυρα το αριστερό μου χέρι στον τοίχο, νιώθοντας τις πέτρες να τρίβονται μ’ αυτό, αφήνοντας μια υποψία καπνού απ’ τη σκόνη κ’ τα θραύσματα που ξυπνούσαν μετά από αιώνες σιωπής. Όσο περπατούσα προς το άγνωστο, τόσο ένιωθα ότι κάποιος βρισκόταν στο κατόπι μου. Ίσως και περισσότεροι από ένας. Ήταν μια βαθιά αίσθηση πως δεν είμαι μόνος. Είχα πάρει ένα μονοπάτι χωρίς επιστροφή. Δεν τολμούσα να κοιτάξω πίσω μου. Ήταν ένας στενός διάδρομος, χτισμένος από μεγάλες πέτρες στο χρώμα τις άμμου. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο και υγρό, σχεδόν λασπώδες. Το ταβάνι πρόδιδε πως βρισκόμουν βαθιά κάτω απ’ τη γη. Βραχώδες, σκαμμένο, εύθραυστο. Έδειχνε παλιό αλλά ήταν συντηρημένο. Φαινόταν σαν να χρησιμοποιούταν συχνά. Δεν υπήρχαν ιστοί αράχνης. Μπορούσα να φανταστώ μια ακολουθία από μοναχούς κουκουλωμένους, να προχωρούν ψέλνοντας μες στο σκοτάδι αυτού του τούνελ. Το ταβάνι άρχιζε να χαμηλώνει όλο κ πιο πολύ. Αναγκαζόμουν να προχωράω σχεδόν γονατιστός. Και συνέχιζε να χαμηλώνει, μέχρι που πόνεσε η μέση μου σκύβοντας. Περπατούσα όσο πιο πλάγια μπορούσα για να χωράω. Το τούνελ είχε στενέψει απότομα απ’ όλες τις πλευρές. Ένιωθα πως κατηφόριζα συνεχώς αλλά πως σύντομα θα σφήνωνα. Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο ασφυκτική. Η αναπνοή μου, δε μου έφτανε. Ζεσταινόμουν. Κάτι πίεζε δυνατά το κεφάλι μου στους κροτάφους. Οι τοίχοι δε με χώραγαν πια ούτε όρθιο, ούτε καθιστό. Δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω. Φοβόμουν. Σύρθηκα, με το φαναράκι μου μπροστά στα μάτια, να με στραβώνει. Πλέον δεν μπορούσα ούτε να στρίψω το κορμί μου. Ένιωθα την πλάτη μου να με φαγουρίζει, όμως τα χέρια μου ήταν κοκαλωμένα μπροστά απ’ το κεφάλι μου, καθώς προσπαθούσα να προχωρήσω. Το ταβάνι, που πλέον απείχε ελάχιστα απ’ το χώμα, δεν άργησε να γδάρει το κεφάλι μου, κ’ έπειτα την πλάτη μου, χαμηλά. Ο αέρας ήταν βαρύς, τα πνευμόνια μου έκαιγαν. Ξεφύσυξα απότομα. Το φανάρι μου έσβησε. Είχα σφηνώσει σε μια απελπιστικά μικρή τρύπα χωρίς να μπορώ να κουνήσω οποιοδήποτε μέλος μου. Οι πέτρες με πλάκωναν. Έβγαλα την τελευταία μου πνοή ουρλιάζοντας.

Άνοιξα τα μάτια μου. Ένιωσα την ηχώ της κραυγής μου. Είχα πετάξει το πάπλωμα κάτω και κουνούσα τα πόδια μου ελεύθερα. Σηκώθηκα να πιω λίγο νερό, τρομαγμένος ακόμη από τον εφιάλτη μου. Στο σαλόνι, τα λαμπάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου αναβόσβηναν. Πήγα προς το τζάκι. Έλειπε η μεταλλική σήτα. Μαζί και οι μπότες. Πλησίασα. Το τζάκι, μαυρισμένο απ’ τη φωτιά, ήταν πλέον άδειο από ξύλα και σχάρες, κ’ έχασκε. Μια ορθάνοιχτη μαύρη καταπακτή βρισκόταν στον πάτο του. Άναψα ένα απ’ τα χριστουγεννιάτικα φαναράκια για να φωτίσω μέσα. Σκαλοπάτια οδηγούσαν στο απόλυτο σκοτάδι. Πέρασα σιγά σιγά μέσα απ’ την καταπακτή κρατώντας το μπρούτζινο φαναράκι μου. Κατέβηκα προσεχτικά τα λιωμένα απ’ τον καιρό πέτρινα σκαλοπάτια.

Advertisements

2 thoughts on “η σκαλα της αβυσσου

  1. Πολύ σημαντικό αυτό το κείμενο! Εδώ και πόση ώρα δεν μπορώ να ξεφύγω από τις δαγκάνες του ! Οι εικόνες του και το αδιέξοδο συναίσθημα που μου δημιούργησε μου κόβουν ακόμη την ανάσα … Πολύ δυνατή γραφή και πολύ ενδιαφέρουσα σημειολογικά η σύλληψη του θέματος . Θυμίζει κάποια από τα έργα του Escher!!!

    • Ευχαριστώ για το ενθαρρυντικό αυτό σχόλιο, είχε πολλή σημασία για μένα να πετύχω αυτό το αδιέξοδο συναίσθημα στον αναγνώστη, να μπορέσει να ταυτιστεί. Όσο για τον Escher, έξυπνη παρατήρηση!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: