νεκρη πορεια

Επί δέκα λεπτά έτρεχε ασταμάτητα, να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο. Είχε καιρό να το κάνει αυτό. Πολύ καιρό. Ένιωθε να πνίγεται, ήταν σαν να μην έφτανε ο αέρας στα πνευμόνια του κ’ αυτά να συστέλλονται αδιάκοπα. Και κόντευε να σκάσει για ένα λεωφορείο. Παίρνοντας τεράστιες ανάσες και νιώθοντας το στομάχι του να σφίγγεται άσχημα, έφτασε στη στάση. Άδειασε σα σακί στο σιδερένιο κάθισμα, ανίκανος να κουνήσει ακόμη και το βλέμμα του. Μια κοπέλα τον κοίταξε περίεργα. Δεν ήταν μεγάλος. Έφυγε. Αυτή. Κ’ ήρθε ένα ταξί. Ένας ταρίφας γύρω στα εξήντα με καράφλα και γκρίζο κοτσιδάκι στο σβέρκο, κάπνιζε αυτάρεσκα το τσιμπούκι του. Από πίσω, μια κοπέλα. Ή νεαρός. Δεν ήταν σίγουρος. Αργούσε να βγάλει τα ψιλά. Άνοιξε η πόρτα. Ήταν μια γνωστή του. Δεν πρόλαβε να της μιλήσει. Το τελευταίο λεωφορείο ήρθε φωτίζοντας το δρομάκι. Είχε αργήσει. Όπως πάντα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: