θολουρα μου

Σκέψου τον εαυτό σου σ’ ένα λεωφορείο. Αλήθεια, κάνε αυτή τη σκέψη. Τώρα σκέψου πως όλα τα τζάμια είναι θαμπά, έχουν άπειρες γρατζουνιές και είναι γραμμένα με σπρέι ή υπάρχει τυπωμένη κάποια διαφήμηση. Κ’ εσύ, προσπαθείς απεγνωσμένα να δεις απ’ έξω. Πρώτη φορά μπάινεις σ’ αυτό το λεωφορείο και δεν ξέρεις πού πρέπει να κατέβεις. Μάταια κοιτάζεις μέσα απ΄το βρώμικο τζάμι μήπως και βρεις κάποιο σημάδι που θα σου πει πού είσαι. Και τι κάνεις? Απελπίζεσαι. Στρέφεσαι προς τα μέσα. Λοιπόν, τώρα ξέρεις πώς νιώθει η ψυχή μου .

νομιζω

Τελικά ποιος ο λόγος να νομίζουμε? Το ωραίο αίσθημα της ψευδαίσθησης μέχρι ποια ηλικία πρέπει να το νιώθουμε? Εγώ νιώθω, πλέον, πως δε με πείθουν τα μαγικά σου κόλπα. Έχω καταλάβει πια πού κρύβεις το κουνέλι σου. Δοκίμασα αρκετές φορές να φύγω απ’ το θέατρο, αλλά ξαναγύρισα.  Έβρισκα μια ανακούφιση στην παράστασή σου. Δοκίμασα να σ’ επισκεφτώ στο καμαρίνι σου αλλά δε με δέχτηκες. Ωστόσο, ήξερες πως εγώ είμαι ο χαζός που έρχεται στην κάθε σου εμφάνιση. Και χειροκροτούσα μέχρι να εξαφανιστείς πίσω απ’ την αυλαία. Χειροκροτούσα, όμως, επειδή ήσουν εσύ, όχι γι’ αυτά που έκανες. Σαφώς, ένας θεατής δεν μπορεί να ξέρει τι κρύβει ο ηθοποιός πίσω απ’ το προσωπείο του.  Ήταν απλά ένα ένστικτο. Εσύ δε το έχεις νιώσει? Να θέλεις να γνωρίσεις κάποιον από ένστικτο. Να θέλεις να γνωρίσεις κάποιον επειδή σου άρεσε η εμφάνισή του, η σχέση του με το χώρο. Μετά τις πρώτες παραστάσεις σου, κατάλαβα πως σε συνόδευε άλλος. Συνέχισα να νομίζω όμως. Είναι, ειλικρινά, άσχημο και ωραίο συνάμα να νομίζεις. Να ελπίζεις, να φαντάζεσαι. Μπόρεσα και βρήκα κι άλλα θέατρα που έπαιζαν ταχυδακτυλουργοί. Κανένα, όμως δε με κράτησε. Κανένα δε μ’ έκανε να νομίσω. Ήταν άριστα σκηνοθετημένα κόλπα χωρίς ατέλειες, ή το αντίθετο. Συνέχισα κατά καιρούς να χτυπάω την πόρτα στο καμαρίνι σου, αλλά ποτέ δεν πήρα απάντηση. Ήξερα, όμως, ότι είσαι εκεί. Σε άκουγα μετά από λίγο που μιλούσες. Αληθινά, το ξέρω πως ήταν άσχημο που φώναξα μέσα στο θέατρο, που σου ‘πα ότι δε θέλω να ξανάρθω. Εσύ με ειρωνεύτηκες αλλά, αλήθεια, δε θέλω. Και δεν σκοπεύω. Να ξέρεις, όμως, πως αν με δεις ποτέ μέσα στο πλήθος, δε θα ‘χω έρθει πια να δω εσένα, αλλά τα κόλπα σου .

ο ματωμενος

Βροχερό πρωινό βρήκε την ημέρα μου. Και μέρες σαν αυτή επικρατεί μια αλλιώτικη ταραχή στο λεωφορείο. Αδιάβροχα και χοντρά σκουρόχρωμα παλτά. Γιαγιάδες που προσπαθούν να μπουν με την ομπρέλλα ανοιχτή. Νερό κυλάει στο διάδρομο και πολλά καθίσματα είναι μουσκεμένα. Ο κόσμος, αληθινά, φοβάται τη βροχή. Δεν αφήνεται. Δε χαίρεται τη μαγεία της στιγμής αυτής.

Συνηθίζω και μ’ αρέσει να κάθομαι στη θέση που είναι ελαφρώς πιο ψηλά, προς τα πίσω, βλέποντας έξω και συχνά διαβάζοντας κάτι για να περνάει η ώρα, ή γράφω. Το λεωφορείο γέμιζε κ’ εγώ καθόμουν μόνος, μέχρι που ένιωσα το στρίμωγμα ενός αδέξιου δίπλα μου. Τον κοίταξα με την άκρη του ματιού μου. Ήταν ένας άντρας  που είχα ξαναδεί πριν χρόνια. Ένας περίεργος τύπος που τράβαγε τα βλέμματα. Μεσήλικας. Φορούσε γυαλιά ηλίου. Ανέκαθεν. Κ’ ένα πορτοκαλί μπουφάν. Τα χέρια και το πρόσωπό του είχαν πληγές, σαν να ‘χε ξυστεί μέχρι να ματώσει. Τον θυμόμουν καθαρά και δεν τολμούσα να γυρίσω να τον κοιτάξω καλύτερα. Μπορούσα να δω τις αργές, ασυνήθιστες κινήσεις των χεριών του. Έδειχνε να νιώθει κάθε υλικό που ψηλαφούσε, για ώρα πολλή. Τα μαλλιά του ήταν σαν ξεβαμμένα. Έμοιαζαν με το χρώμα του φωτός. Αλλού κίτρινα, πυρόξανθα σχεδόν, κι αλλού λευκά, ασπροκίτρινα περισσότερο. Σγουρά μαλλιά.

Ξαφνικά, ένιωσα να με κοιτάζει. Τρόμαξα σαν τον είδα να με κοιτάει αποχαυνωμένος, με τα τεράστια κοκκάλινα γυαλιά του. Έστρεψα αμέσως το βλέμμα μου, έξω απ΄το παράθυρο. Δεν κατάλαβα αν κοιτούσε εμένα ή έξω. Μάλλον έξω. Συνέχισε να κινείται απελπιστικά αργά μέχρι που φτάσαμε στο μετρό. Έτρεξα προς την αποβάθρα. Είχε αναμονή. Μετά από λίγα λεπτά η περίεργη αυτή φιγούρα κατέβηκε. Κ’ ήρθε κατευθείαν επάνω μου. Ανέκφραστος. Το μετρό ήρθε. Τον έχασα στο Σύνταγμα.

η σκαλα της αβυσσου

Κατέβηκα προσεχτικά τα λιωμένα απ’ τον καιρό πέτρινα σκαλοπάτια. Το μικρό μπρούτζινο φανάρι μου τρεμόπαιζε πάνω στους ωχρούς ογκόλιθους που με περικύκλωναν. Τρόμαξα με τη σκέψη πως άγριο, βαθύ σκοτάδι ακολουθεί τα βήματα μου. Ένα σφυριχτό ρεύμα αέρα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω. Έσυρα το αριστερό μου χέρι στον τοίχο, νιώθοντας τις πέτρες να τρίβονται μ’ αυτό, αφήνοντας μια υποψία καπνού απ’ τη σκόνη κ’ τα θραύσματα που ξυπνούσαν μετά από αιώνες σιωπής. Όσο περπατούσα προς το άγνωστο, τόσο ένιωθα ότι κάποιος βρισκόταν στο κατόπι μου. Ίσως και περισσότεροι από ένας. Ήταν μια βαθιά αίσθηση πως δεν είμαι μόνος. Είχα πάρει ένα μονοπάτι χωρίς επιστροφή. Δεν τολμούσα να κοιτάξω πίσω μου. Ήταν ένας στενός διάδρομος, χτισμένος από μεγάλες πέτρες στο χρώμα τις άμμου. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο και υγρό, σχεδόν λασπώδες. Το ταβάνι πρόδιδε πως βρισκόμουν βαθιά κάτω απ’ τη γη. Βραχώδες, σκαμμένο, εύθραυστο. Έδειχνε παλιό αλλά ήταν συντηρημένο. Φαινόταν σαν να χρησιμοποιούταν συχνά. Δεν υπήρχαν ιστοί αράχνης. Μπορούσα να φανταστώ μια ακολουθία από μοναχούς κουκουλωμένους, να προχωρούν ψέλνοντας μες στο σκοτάδι αυτού του τούνελ. Το ταβάνι άρχιζε να χαμηλώνει όλο κ πιο πολύ. Αναγκαζόμουν να προχωράω σχεδόν γονατιστός. Και συνέχιζε να χαμηλώνει, μέχρι που πόνεσε η μέση μου σκύβοντας. Περπατούσα όσο πιο πλάγια μπορούσα για να χωράω. Το τούνελ είχε στενέψει απότομα απ’ όλες τις πλευρές. Ένιωθα πως κατηφόριζα συνεχώς αλλά πως σύντομα θα σφήνωνα. Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο ασφυκτική. Η αναπνοή μου, δε μου έφτανε. Ζεσταινόμουν. Κάτι πίεζε δυνατά το κεφάλι μου στους κροτάφους. Οι τοίχοι δε με χώραγαν πια ούτε όρθιο, ούτε καθιστό. Δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω. Φοβόμουν. Σύρθηκα, με το φαναράκι μου μπροστά στα μάτια, να με στραβώνει. Πλέον δεν μπορούσα ούτε να στρίψω το κορμί μου. Ένιωθα την πλάτη μου να με φαγουρίζει, όμως τα χέρια μου ήταν κοκαλωμένα μπροστά απ’ το κεφάλι μου, καθώς προσπαθούσα να προχωρήσω. Το ταβάνι, που πλέον απείχε ελάχιστα απ’ το χώμα, δεν άργησε να γδάρει το κεφάλι μου, κ’ έπειτα την πλάτη μου, χαμηλά. Ο αέρας ήταν βαρύς, τα πνευμόνια μου έκαιγαν. Ξεφύσυξα απότομα. Το φανάρι μου έσβησε. Είχα σφηνώσει σε μια απελπιστικά μικρή τρύπα χωρίς να μπορώ να κουνήσω οποιοδήποτε μέλος μου. Οι πέτρες με πλάκωναν. Έβγαλα την τελευταία μου πνοή ουρλιάζοντας.

Άνοιξα τα μάτια μου. Ένιωσα την ηχώ της κραυγής μου. Είχα πετάξει το πάπλωμα κάτω και κουνούσα τα πόδια μου ελεύθερα. Σηκώθηκα να πιω λίγο νερό, τρομαγμένος ακόμη από τον εφιάλτη μου. Στο σαλόνι, τα λαμπάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου αναβόσβηναν. Πήγα προς το τζάκι. Έλειπε η μεταλλική σήτα. Μαζί και οι μπότες. Πλησίασα. Το τζάκι, μαυρισμένο απ’ τη φωτιά, ήταν πλέον άδειο από ξύλα και σχάρες, κ’ έχασκε. Μια ορθάνοιχτη μαύρη καταπακτή βρισκόταν στον πάτο του. Άναψα ένα απ’ τα χριστουγεννιάτικα φαναράκια για να φωτίσω μέσα. Σκαλοπάτια οδηγούσαν στο απόλυτο σκοτάδι. Πέρασα σιγά σιγά μέσα απ’ την καταπακτή κρατώντας το μπρούτζινο φαναράκι μου. Κατέβηκα προσεχτικά τα λιωμένα απ’ τον καιρό πέτρινα σκαλοπάτια.

ο ασπρομαλλης

Περιμένω στην αφετηρία του 237. Τρία-τέσσερα άτομα ακόμη περίμεναν όταν έφτασα. Αυτό δείχνει πως έχω ελπίδες να έρθει σύντομα το λεωφορείο. Ένας καλοστεκούμενος ασπρομάλλης γύρω στα 75, πλησιάζει. Κινείται προς το μέρος μου.
-Το λεωφορείο περιμένετε?
-Ναι
-Αργεί ε?
-Ναι, πολύ
-Τα ‘χουν κάνει ρημάδι όλα
Ρουθούνισα συγκαταβατικά.
-Εισιτήρια άμα θέλει κανείς που βγάζει?
-Δε βγάζει, δεν υπάρχει εκδοτήριο εδώ, εκτός από ένα περίπτερο στα 500 μέτρα. Τώρα, αν μπει ελεγκτής, δεν ξέρω, πείτε του αυτό, ότι δεν είχε εκδοτήριο
-Τα ‘χουνε κάνει όλα κούτσουρο!
-Ίσως έχω ένα πάνω μου
-Α, για δως μου
Έψαξα τις τσέπες μου, τίποτα.
-Έλεγα μήπως έχω, χρησιμοποιώ κάρτα εγώ και..
-Δεν πειράζει
-Που θέλετε να πάτε?
-Ομόνοια
-Α, ε θα βγάλετε στο μετρό ένα..
-Ένα, μάλιστα. Τα ‘χουν καταστρέψει όλα σ’ αυτήν τη χώρα!
Ρουθούνισα κ πάλι
-Εσείς που πηγαίνετε?
-Στο μετρό, Συγγρού-Φιξ
-Ε μαζί θα πάμε..
-Ναι
-Καλογήρους πάει αυτό τώρα?
-Ναι, αλλά μας αφήνει απ’ έξω απ’ το μετρό, το ‘χουν αλλάξει.
-Α, το ΄χουν αλλάξει. Εσύ τα ξέρεις. Τα ‘χουν κάνει μαντάρα!
Ακούω το λεωφορείο να έρχεται. ο ηλικιωμένος «συνταξιδιώτης» μου βγάζει ένα μάτσο λεφτά κ  τα μετράει. Μπήκα στο λεωφορείο απ’ την πίσω πόρτα ενώ εκείνους απ’ τη διπλανή, ωστόσο, ήρθε κ’ έκατσε μαζί μου.
-Πάνω στη βιασύνη μου, ξέχασα και μια τσάντα με πράγματα
-Αα, κρίμα..
-Δε βαριέσαι
Αυτός ο ασπρομάλλης που αποφεύγω να χαρακτηρίσω παππού με το δυναμισμό που κουβαλάει, είναι ωραίος τύπος. Έχει γεμάτη ομιλία, με απολαυστική προφορά. Προπαντός όμως, είναι εντελώς χαλαρός.
-Πηγαίνω στον Κηφισό εγώ
-Α, με το τρένο..
-Ναι, θέλω να προλάβω το αυτοκίνητο για το Αίγιο.
Λατρεύω όταν ακούω ηλικιωμένους να λένε λεωφορεία, σχολικά, κτελ κ’ οτιδήποτε άλλο μεγάλο κινούμενο μέσο, αυτοκίνητο. Κατά μία βάση είναι σωστό, βέβαια.
-Εδώ στην Ηλιούπολη έχω τα παιδιά μου κ’ έρχομαι κ’ τα βλέπω
-Α μάλιστα, τι ώρα φεύγει το κτελ?
-Α δεν ξέρω, στην τύχη πάω..
Αρχίζει να ψάχνει τις τσέπες του. Κ’ έχει πολλές τσέπες. Μου ‘χωσε κάνα-δυό αγκωνιές έτσι όπως ψαχνόταν. Είμαστε στα μισά της διαδρομής, το λεωφορείο σταματάει στη στάση. Ξαφνικά σηκώνεται, μουρμουρίζει κάτι σαν «τα ξέχασα» και κατεβαίνει βιαστικά. Παραξενεύτηκα. Ούτε καν χαιρέτισε.. Ψηλάφισα τη τσέπη μου από ένστικτο. Το κινητό μου είχε κάνει φτερά! Και ήταν πλέον αργά. Είχε κατέβει σ’ εκείνη τη στάση, μαζί με τον ασπρομάλλη μπαγάσα. Τσαντίστηκα! Κυρίως με τον εαυτό μου. Ένας ολοζώντανος Αρσέν Λουπέν με είχε κλέψει χωρίς να πάρω πρέφα!

η οδος των πουρων

Νύχτα Τετάρτης. Η θερμοκρασία στους 2 βαθμούς. Μέσα απ’ τους τοίχους, δε μ’ άγγιζε. Όμως τώρα, μ’ ένα ποδήλατο για σύντροφο στα έρημα δρομάκια, νιώθω να τσούζει. Στα μάτια. Τυλιγμένος, σαν χριστουγεννιάτικο σοκολατάκι, χαράζω πορεία ενδότερη. Ξεχνώντας συναισθήματα και νιώθοντας την αδρεναλίνη να τρέχει μέσα μου, στρίβω σ’ απότομες στροφές γέρνοντας το κορμί μου. Ξεχνώ ακόμη κ τη μύτη μου, που ‘χει μπλαβιάσει απ’ το κρύο. Μια μύτη μεγάλη, που εξέχει σαν πλώρη. Παγοθραυστικό. Μόνο τα μάτια μου τα νιώθω κόκκινα που και που. Κι όσο περνάει η ώρα, τόσο το αριστερό μέρος του μυαλού μου καταλαμβάνει το δεξί. Μια πολιορκία ανήμερη που τερματίζει σαν έρχεται η φωτιά.

Κ’ είναι ένας δρόμος πιο κάτω που αρχίζει η σονάτα, του μεσονυχτίου. Ένας δρόμος με ελαφριές αναμνήσεις. Δίπλα στο πάρκο. Δρόμος – πρόκληση για ένα χαλασμένο ποδήλατο. Κάθε μέτρο και λακκούβα. Και τελικά καταλήγω να πέφτω, ξανά και ξανά. Σε τσιμεντένιες λούπες. Αφήνω τη σέλα μου να τραντάζεται μονάχη της και μπαίνω στη μαγεία της λακκούβας (la Cuba). Μια χώρα εκκεντρικής ελευθερίας, επανάστασης, ευκαιριών ενίοτε, εκμετάλλευσης, εκκένωσης. Πολλά έψιλον. Είναι η οδός του Φιντέλ Κάστρο. Είναι η οδός των Πούρων. Πούρα ακριβά. Μου κοστίζουν δύο ατελείωτες ανηφόρες επιστροφής. Πρώτα παίρνεις. Μετά πληρώνεις. Μπορείς βέβαια να διαλέξεις πότε, αλλά πάντα πληρώνεις. Αναρωτιέμαι αν πολλές φορές πληρώνω χωρίς να μου δίνουν τίποτα. Δε βρίσκω απάντηση. Το μυαλό μου έχει παγώσει.

Άδειος από σκέψεις γυρίζω στη βάση μου, στη σκακιέρα μου. Μια μακριά νύχτα δουλειάς με περιμένει πίσω απ’ το γραφείο..

νεκρη πορεια

Επί δέκα λεπτά έτρεχε ασταμάτητα, να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο. Είχε καιρό να το κάνει αυτό. Πολύ καιρό. Ένιωθε να πνίγεται, ήταν σαν να μην έφτανε ο αέρας στα πνευμόνια του κ’ αυτά να συστέλλονται αδιάκοπα. Και κόντευε να σκάσει για ένα λεωφορείο. Παίρνοντας τεράστιες ανάσες και νιώθοντας το στομάχι του να σφίγγεται άσχημα, έφτασε στη στάση. Άδειασε σα σακί στο σιδερένιο κάθισμα, ανίκανος να κουνήσει ακόμη και το βλέμμα του. Μια κοπέλα τον κοίταξε περίεργα. Δεν ήταν μεγάλος. Έφυγε. Αυτή. Κ’ ήρθε ένα ταξί. Ένας ταρίφας γύρω στα εξήντα με καράφλα και γκρίζο κοτσιδάκι στο σβέρκο, κάπνιζε αυτάρεσκα το τσιμπούκι του. Από πίσω, μια κοπέλα. Ή νεαρός. Δεν ήταν σίγουρος. Αργούσε να βγάλει τα ψιλά. Άνοιξε η πόρτα. Ήταν μια γνωστή του. Δεν πρόλαβε να της μιλήσει. Το τελευταίο λεωφορείο ήρθε φωτίζοντας το δρομάκι. Είχε αργήσει. Όπως πάντα.

αγρυπνη συναναστροφη

Έφτασα τρέχοντας γύρω στις 1.30 στο ραντεβού μου. Δε θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου να φτάνει κάπου χαλαρός, στην ώρα του. Χτύπησα ένα απλό παλιό κουδούνι κ’ η πόρτα άνοιξε, χωρίς κανείς να με ρωτήσει. Μετα βίας χωρέσαμε, εγώ και το δώρο μου, στο ατομικό ασανσέρ που έπαιζε Ρουβά. Η πόρτα ήταν ανοιχτή κ’ ακουγόταν μουσική κάπου πιο μέσα. Μπήκα με τον κανόνα του μακρόστενου χαλιού-ένα κόλπο που έχω βρει για να ξεπερνώ την αμηχανία μου και ταυτόχρονα να μελετάω το πεδίο μπροστά μου-σκουπίζω και ξανασκουπίζω τα πόδια μου μέχρι να διώξω κάθε ίχνος ανασφάλειας (και λάσπης μαζί) αλλά και να βεβαιωθώ πως τίποτα δυσάρεστο δεν κρύβεται πέρα απ’ την κάσα.

Στον καναπέ κάθεται μια κοπέλα. Ντίνα. Ή Τζένη. Δεν το συγκράτησα. Αδύναμο, ψυχρό μάλλον χέρι. Δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο κάθεται ένας τυπάς ονόματι Μάριος. Έχω ένα θέμα μ΄αυτό το όνομα. Ποτέ δεν το συμπάθησα. Ανακατεύει χαλαρά μια τράπουλα λοξοκοιτώντας που και που το μαύρο διχτένιο καλτσόν της Ντίνας, ή Τζένης.

Ο αστοιχείωτος οικοδεσπότης εμφανίζεται, μ’ ένα χαμηλό ποτήρι βότκας πορτοκάλι, ή σκέτης πορτοκαλάδας, συνοδεύομενος από μια μάλλον άσχημη κοπέλα που κοιτάζει συνεχώς το πάτωμα. Πλέον είμαι σίγουρος, είναι βότκα. Το πέμπτο ή έκτο ποτήρι ..

μεγαλο κιτρινο ταφ

Ερμού. Γύρω στις 11. Μπορώ κ μετρώ 50 ίσως κ περισσότερους, μπορεί κ λιγότερους, ταξιτζήδες. Σταθμευμένοι, πιάνουν μια ολόκληρη λωρίδα κ συνεχίζουν στην Αθηνάς. Ταξιτζήδες χοντροί, απελπισμένοι, αξύριστοι. Περιμένουν τον πελάτη τον άφαντο, νοσταλγώντας εκείνες τις ημέρες που διάλεγαν τι κούρσα θα πάρουν. Κ η φωτεινή ταμπέλα με τα κόκκινα γράμματα συνεχίζει να καίει. Κ’ οι ταξιτζήδες λιώνουν πάνω στα τριμμένα δέρματα καπνίζοντας όλο και λιγότερο καθώς τους παίρνει ο ύπνος στο παράθυρο.

Μια συλλογικότητα τους χαρακτηρίζει. Ένα κοινό κρυφό αίσθημα χαραγμένο πίσω από τα πρόσωπά τους. Πάνω απ’ τα διπλά πιγούνια τους. Δεν ξέρω τι είναι .

χριστουγεννων φθινουσα πορεια

Το λεωφορείο φτάνει στη κεντρική πλατεία της Ηλιούπολης, ένα περίεργο αίσθημα πλανάται στον αέρα, επικρατεί μια ψεύτικη ευτυχία. Θυμίζει ελαφρώς μεταπολεμική Ρωσία. Τα δέντρα ντυμένα χρυσαφί γυαλιστερό χαρτί. Ένα μικρό τρενάκι που γυρίζει μελαγχολικά μες στο σκοτάδι. Ένα αγοράκι γύρω στα τέσσερα κάθεται στο πρώτο βαγόνι. Μόνο του. Οι γονείς του κοιτάζουν από μακριά. Ένα φωτεινό καρουζέλ σχεδόν άδειο στρέφεται νωχελικά γύρω απ΄τον εαυτό του. Το συντριβάνι έχει σταματήσει από καιρό. Απ’ τη μία πλευρά ακούγεται η Αγία Νύχτα από κάτι παλιά μεγάφωνα, ξεθωριασμένη. Κ’ απ’ την άλλη, ο οδηγός του λεωφορείου, αγανακτησμένος. Μπαλόνια που κάθε βράδυ ξεφουσκώνουν σαν σακιά από χαλασμένες πατάτες. Χριστούγεννα που κάθε χρόνο γίνονται πιο τυπικά, πιο εμπορικά. Χωρίς ουσία.